Τάο Τε Τσινγκ
道德經
Εισαγωγικό σημείωμα
Το Τάο Τε Τσινγκ (Daodejing, 道德經) — το “Βιβλίο του Δρόμου και της Δύναμης” — είναι μια συλλογή από ογδόντα ένα σύντομα κεφάλαια ρυθμικού, ημιέμμετρου λόγου που αποδίδεται στον Λάοζι, τον “Γέροντα Δάσκαλο”· η παράδοση τον τοποθετεί στον 6ο αιώνα π.Χ., η νεότερη έρευνα όμως τον αντιμετωπίζει ως θρυλική μορφή. Το ίδιο το κείμενο πήρε πιθανότατα τη μορφή του τον 4ο αιώνα π.Χ., και οι παλαιότεροι σωζόμενοι μάρτυρές του είναι οι επιγραφές σε πλάκες μπαμπού από το Γκουοντιέν, γύρω στο 300 π.Χ. Η παρούσα έκδοση μεταφράζει το παραδεδομένο κείμενο του Wang Bi (226–249), τη μορφή μέσα από την οποία διαβάστηκε το βιβλίο για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του: τα κεφάλαια 1–37 συγκροτούν το μισό του “Δρόμου” (Τάο), τα 38–81 το μισό της “Δύναμης” (Τε).
Σε αντίθεση με τις πιο πολυδιαβασμένες δυτικές εκδοχές — παραφράσεις συνθεμένες από συγγραφείς που δεν διάβαζαν κινέζικα και ρυθμισμένες προς ό,τι ακούγεται πιο γαλήνιο — αυτή η μετάφραση γίνεται απευθείας από τα κλασικά κινέζικα, όχι μέσω κάποιας αγγλικής ή άλλης ενδιάμεσης απόδοσης. Η αρετή του πρωτοτύπου βρίσκεται στη δομή του: αντιθέσεις (ον/μη-ον, δυνατό/αδύναμο, θηλυκό/αρσενικό), αλυσιδωτά επιχειρήματα, επαναλήψεις στην αρχή των προτάσεων, και κυριολεκτικά λεκτικά παράδοξα όπως “πράττε τη μη-δράση” (為無為) ή “να γνωρίζεις πως δεν γνωρίζεις” (知不知). Η ελληνική κρατά τη συμπύκνωση και τη συμμετρία: κοντές προτάσεις, παράλληλη σύνταξη, το παράδοξο αποδοσμένο ακριβώς όπως είναι δομημένο, χωρίς να εξομαλύνεται σε διάθεση. Οι σταθερές αποδόσεις των κομβικών όρων — 道 “ο Δρόμος”, 德 “η δύναμη”, 無為 “η μη-δράση”, 自然 “το εξ εαυτού του”, 樸 “το αλάξευτο ξύλο”, 萬物 “τα μύρια όντα”, 玄 “το σκοτεινό” — κρατούνται όμοιες και στα ογδόντα ένα κεφάλαια, ώστε ο αναγνώστης να παρακολουθεί το ίδιο νήμα εννοιών.
Το βιβλίο ανοίγει με μια από τις πιο συζητημένες προτάσεις της κινεζικής γραμματείας. Η φράση 故常無欲,以觀其妙 του πρώτου κεφαλαίου επιδέχεται δύο στίξεις: είτε “σταθερά χωρίς επιθυμία, κοίτα το ανεπαίσθητό του” (χωρίζοντας μετά το 欲, “επιθυμία”), είτε “σταθερά μέσα στο μη-ον, κοίτα...” (χωρίζοντας μετά το 無, “μη-ον”). Η παρούσα έκδοση τυπώνει την πρώτη ανάγνωση, που ακολουθεί τη στίξη της παράδοσης του Wang Bi, αλλά η αμφισημία είναι πραγματική και δεν λύνεται σιωπηλά προς τη μία μεριά. Παρόμοια, το ίδιο κεφάλαιο παίζει με τη διπλή σημασία του 道 — “δρόμος” με τη συνηθισμένη σημασία και “ο Δρόμος” ως το απόλυτο — ένα λογοπαίγνιο που η μετάφραση διατηρεί ορατό αντί να το εξαφανίσει. Όπου το πρωτότυπο είναι γνήσια διφορούμενο, η αμφισημία κρατιέται ζωντανή ή δηλώνεται εδώ, όχι θαμμένη κάτω από την ομορφότερη εκδοχή.
το όνομα που μπορεί να ονομαστεί δεν είναι το σταθερό όνομα.
Ανώνυμο, είναι η αρχή του ουρανού και της γης·
ονομασμένο, είναι η μάνα των μύριων όντων.
Γι’ αυτό, σταθερά χωρίς επιθυμία, κοίτα το ανεπαίσθητό του·
σταθερά με επιθυμία, κοίτα τα όριά του.
Τα δύο αυτά μαζί βγαίνουν και στο όνομα διαφέρουν·
μαζί, ονόμασέ τα σκοτεινό.
Σκοτεινό, και πάλι σκοτεινό —
η πύλη κάθε ανεπαίσθητου.
Όταν όλοι γνωρίζουν το καλό ως καλό, να το μη καλό.
Γι’ αυτό το ον και το μη-ον το ένα γεννά το άλλο,
το δύσκολο και το εύκολο το ένα ολοκληρώνει το άλλο,
το μακρύ και το κοντό το ένα μετράει το άλλο,
το ψηλό και το χαμηλό το ένα γέρνει προς το άλλο,
ο φθόγγος και ο ήχος το ένα αρμονίζει το άλλο,
το πριν και το μετά το ένα ακολουθεί το άλλο.
Έτσι ο σοφός κατοικεί στην υπόθεση της μη-δράσης
κι ασκεί τη διδασκαλία που δεν μιλάει·
τα μύρια όντα ξεκινούν κι εκείνος δεν τα αρνιέται,
γεννάει και δεν κατέχει,
πράττει και δεν στηρίζεται,
το έργο τελειώνει κι εκείνος δεν μένει σ’ αυτό.
Ακριβώς επειδή δεν μένει,
γι’ αυτό δεν φεύγει.
Μην εκτιμάς τα δυσεύρετα αγαθά, κι ο λαός δεν θα κλέβει.
Μη δείχνεις ό,τι προκαλεί επιθυμία, κι η καρδιά του λαού δεν θα ταράζεται.
Έτσι ο σοφός κυβερνά:
αδειάζει τις καρδιές τους, γεμίζει τις κοιλιές τους,
αδυνατίζει τη βούλησή τους, δυναμώνει τα κόκαλά τους.
Πάντα κρατά τον λαό χωρίς γνώση και χωρίς επιθυμία,
ώστε οι επιτήδειοι να μην τολμούν να πράξουν.
Πράττει τη μη-δράση, και τίποτε δεν μένει ακυβέρνητο.
Αβυσσαλέος — μοιάζει με τον πρόγονο των μύριων όντων.
Στομώνει την αιχμή τους,
λύνει το μπέρδεμά τους,
αμβλύνει τη λάμψη τους,
γίνεται ένα με τη σκόνη τους.
Βαθύς — μοιάζει να υπάρχει κάπου.
Δεν ξέρω τίνος είναι γιος·
προηγείται και του Θεανθρώπου των μορφών.
μεταχειρίζονται τα μύρια όντα σαν σκυλιά από άχυρο.
Ο σοφός δεν είναι φιλάνθρωπος:
μεταχειρίζεται τους εκατό λαούς σαν σκυλιά από άχυρο.
Ο χώρος ανάμεσα σε ουρανό και γη —
δεν μοιάζει με φυσερό;
Άδειος, μα δεν σωπαίνει·
όσο κινείται, τόσο περισσότερο βγάζει.
Τα πολλά λόγια γρήγορα εξαντλούνται·
καλύτερα να κρατάς το κέντρο.
αυτό το λένε σκοτεινό θηλυκό.
Η πύλη του σκοτεινού θηλυκού,
αυτή τη λένε ρίζα του ουρανού και της γης.
Αδιάκοπο, σαν να υπάρχει·
χρησιμοποίησέ το, και ποτέ δεν κοπιάζει.
Ο ουρανός και η γη μπορούν να διαρκούν και να κρατούν
επειδή δεν ζουν για τον εαυτό τους·
γι’ αυτό μπορούν να ζουν αιώνια.
Έτσι ο σοφός βάζει το σώμα του πίσω, και το σώμα του προηγείται·
το αφήνει έξω, και το σώμα του διατηρείται.
Δεν είναι επειδή δεν έχει ίδιον συμφέρον
που μπορεί να ολοκληρώσει το ίδιον του συμφέρον;
Το νερό ωφελεί τα μύρια όντα και δεν φιλονικεί·
κατοικεί εκεί που όλοι απεχθάνονται·
γι’ αυτό βρίσκεται κοντά στον Δρόμο.
Στην κατοικία, καλή είναι η γη·
στην καρδιά, καλό είναι το βάθος·
στη συναναστροφή, καλή είναι η φιλανθρωπία·
στα λόγια, καλή είναι η πίστη·
στη διακυβέρνηση, καλή είναι η τάξη·
στις υποθέσεις, καλή είναι η ικανότητα·
στην κίνηση, καλός είναι ο καιρός.
Ακριβώς επειδή δεν φιλονικεί,
γι’ αυτό δεν σφάλλει.
καλύτερα να σταματήσεις.
Να σφυρηλατείς μια αιχμή κι εκείνη ν’ ακονίζεται —
δεν μπορείς να τη φυλάξεις για πολύ.
Χρυσάφι κι ασήμι γεμίζουν την αίθουσα —
κανείς δεν μπορεί να τα φρουρήσει.
Πλούτη και τιμές με έπαρση —
μόνος σου αφήνεις πίσω σου το φταίξιμό σου.
Το έργο τελειώνει, το σώμα αποσύρεται:
αυτός είναι ο Δρόμος του ουρανού.
μπορείς να μη χωριστείς;
Συγκεντρώνοντας την πνοή, φτάνοντας στην απαλότητα,
μπορείς να γίνεις βρέφος;
Καθαρίζοντας τη σκοτεινή σου θέαση,
μπορείς να μείνεις χωρίς ψεγάδι;
Αγαπώντας τον λαό, κυβερνώντας τη χώρα,
μπορείς να μείνεις χωρίς γνώση;
Καθώς οι πύλες του ουρανού ανοίγουν και κλείνουν,
μπορείς να είσαι το θηλυκό;
Καθαρός και διαυγής, φτάνοντας στα τέσσερα σημεία,
μπορείς να μείνεις χωρίς δράση;
Τα γεννάει, τα τρέφει.
Γεννάει και δεν κατέχει,
πράττει και δεν στηρίζεται,
προάγει και δεν κυριαρχεί.
Αυτό το λένε σκοτεινή δύναμη.
στο κενό της βρίσκεται η χρήση του αμαξιού.
Ζυμώνεις πηλό για να φτιάξεις ένα αγγείο·
στο κενό του βρίσκεται η χρήση του αγγείου.
Ανοίγεις πόρτες και παράθυρα για να φτιάξεις ένα δωμάτιο·
στο κενό του βρίσκεται η χρήση του δωματίου.
Έτσι το ον μας δίνει το όφελος,
και το μη-ον μας δίνει τη χρήση.
Οι πέντε ήχοι κουφαίνουν το αυτί του ανθρώπου.
Οι πέντε γεύσεις χαλούν το στόμα του ανθρώπου.
Το κάλπασμα και το κυνήγι τρελαίνουν την καρδιά του ανθρώπου.
Τα δυσεύρετα αγαθά εμποδίζουν το βάδισμα του ανθρώπου.
Έτσι ο σοφός φροντίζει για την κοιλιά, όχι για το μάτι·
γι’ αυτό αφήνει το ένα και παίρνει το άλλο.
τίμα τη μεγάλη συμφορά σαν το σώμα σου.
Τι θα πει «η εύνοια και η ντροπή σαν να τρομάζουν»;
Η εύνοια είναι κατώτερη:
όταν την κερδίζεις, σαν να τρομάζεις·
όταν τη χάνεις, σαν να τρομάζεις.
Αυτό θα πει «η εύνοια και η ντροπή σαν να τρομάζουν».
Τι θα πει «τίμα τη μεγάλη συμφορά σαν το σώμα σου»;
Έχω μεγάλες συμφορές
επειδή έχω σώμα·
όταν πια δεν θα έχω σώμα,
ποια συμφορά θα με βρει;
Γι’ αυτό, όποιος τιμά τον κόσμο όσο το σώμα του,
σ’ αυτόν μπορείς να εμπιστευτείς τον κόσμο·
όποιος αγαπά τον κόσμο όσο το σώμα του,
σ’ αυτόν μπορείς να παραδώσεις τον κόσμο.
Το ακούς και δεν το ακούς — το λένε ισχνό.
Το πιάνεις και δεν το φτάνεις — το λένε λεπτό.
Αυτά τα τρία δεν εξιχνιάζονται·
γι’ αυτό μπερδεύονται και γίνονται ένα.
Το πάνω του δεν είναι φωτεινό,
το κάτω του δεν είναι σκοτεινό.
Αδιάκοπο, δεν κατονομάζεται·
γυρίζει πίσω στο μη-ον.
Αυτό το λένε το σχήμα του άμορφου,
την εικόνα του χωρίς πράγμα·
αυτό το λένε αχνό και θαμπό.
Το προϋπαντάς και δεν βλέπεις το κεφάλι του·
το ακολουθείς και δεν βλέπεις την ουρά του.
Κράτα τον αρχαίο Δρόμο
για να ηνιοχείς το τωρινό ον.
Να μπορείς να γνωρίζεις την αρχαία αρχή —
αυτό το λένε το νήμα του Δρόμου.
ήταν ανεπαίσθητοι, σκοτεινοί, διαπερατικοί,
βαθείς πέρα από κάθε γνώση.
Ακριβώς επειδή δεν γνωρίζονταν,
μόνο με δυσκολία μπορείς να τους περιγράψεις.
Διστακτικοί — σαν να περνούν χειμώνα ποτάμι.
Επιφυλακτικοί — σαν να φοβούνται τους γειτόνους απ’ τα τέσσερα.
Σοβαροί — σαν καλεσμένοι.
Χαλαροί — σαν πάγος έτοιμος να λιώσει.
Απλοί — σαν το αλάξευτο ξύλο.
Ανοιχτοί — σαν την κοιλάδα.
Θολοί — σαν τα θολά νερά.
Ποιος μπορεί, θολός, να τον ηρεμήσει και αργά να καθαρίσει;
Ποιος μπορεί, ήρεμος, με τη διάρκεια της κίνησης αργά να γεννηθεί;
Όποιος κρατά αυτόν τον Δρόμο δεν θέλει να ξεχειλίζει.
Ακριβώς επειδή δεν ξεχειλίζει,
γι’ αυτό μπορεί να φθείρεται και να μην ανανεώνεται.
κράτα σταθερά την ησυχία.
Τα μύρια όντα ξεκινούν όλα μαζί,
κι εγώ κοιτάζω την επιστροφή τους.
Τα όντα, όσο κι αν πληθαίνουν,
το καθένα γυρίζει πίσω στη ρίζα του.
Το γύρισμα στη ρίζα το λένε ησυχία·
αυτό το λένε επιστροφή στο πεπρωμένο.
Την επιστροφή στο πεπρωμένο τη λένε σταθερότητα·
τη γνώση της σταθερότητας τη λένε διαύγεια.
Όποιος δεν γνωρίζει τη σταθερότητα, τυφλά πράττει το κακό.
Όποιος γνωρίζει τη σταθερότητα, χωρά τα πάντα·
όποιος χωρά τα πάντα, είναι δίκαιος·
ο δίκαιος είναι βασιλιάς·
ο βασιλιάς είναι ουρανός·
ο ουρανός είναι ο Δρόμος·
ο Δρόμος διαρκεί.
Ώς το τέλος του σώματος, κανείς κίνδυνος.
Ο επόμενος: τον αγαπούν και τον παινεύουν.
Ο επόμενος: τον φοβούνται.
Ο επόμενος: τον περιφρονούν.
Όταν η πίστη δεν επαρκεί,
υπάρχει απιστία.
Απόμακρος — τι πολύτιμα τα λόγια του!
Το έργο τελειώνει, οι υποθέσεις πετυχαίνουν,
κι οι εκατό λαοί όλοι λένε: «Έγινε από μόνο του.»
υπάρχει φιλανθρωπία και δικαιοσύνη.
Όταν βγαίνει η σοφία και η γνώση,
υπάρχει μεγάλη υποκρισία.
Όταν οι έξι συγγένειες δεν ομονοούν,
υπάρχει ευλάβεια και στοργή.
Όταν το κράτος βυθίζεται στην ταραχή,
υπάρχουν πιστοί υπήκοοι.
κι ο λαός ωφελείται εκατό φορές.
Πάψε τη φιλανθρωπία, πέταξε τη δικαιοσύνη,
κι ο λαός ξαναβρίσκει την ευλάβεια και τη στοργή.
Πάψε την επιτηδειότητα, πέταξε το κέρδος,
και κλέφτες και ληστές δεν υπάρχουν πια.
Αυτά τα τρία, ως γραπτός λόγος, δεν επαρκούν·
γι’ αυτό, φρόντισε να υπάρχει σε τι να στηρίζονται:
δες το ασκημάτιστο, αγκάλιασε το αλάξευτο ξύλο,
λίγο το ίδιον συμφέρον, λίγες οι επιθυμίες.
Ανάμεσα στο «ναι» και στο «μάλιστα»,
πόση απόσταση;
Ανάμεσα στο καλό και στο κακό,
πόσο απέχουν;
Ό,τι φοβούνται οι άνθρωποι,
δεν γίνεται να μην το φοβάσαι.
Απέραντο! — και δεν έχει ακόμη τελειωμό.
Όλοι οι άνθρωποι χαρούμενοι,
σαν να απολαμβάνουν τη μεγάλη θυσία,
σαν ν’ ανεβαίνουν την άνοιξη σ’ έναν πύργο.
Μόνο εγώ, γαλήνιος, δίχως κανένα σημάδι,
σαν βρέφος που δεν έχει ακόμη γελάσει·
κουρασμένος, σαν να μην έχω πού να γυρίσω.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν περίσσευμα,
μόνο εγώ μοιάζω να ’χω χάσει τα πάντα.
Έχω την καρδιά ενός ανόητου — τι μπερδεμένη!
Οι κοινοί άνθρωποι λάμπουν,
μόνο εγώ είμαι σκοτεινός.
Οι κοινοί άνθρωποι είναι διαπεραστικοί,
μόνο εγώ είμαι μουντός.
Ήρεμος — σαν τη θάλασσα.
Ασυγκράτητος — σαν άνεμος που δεν σταματά.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν τον σκοπό τους,
μόνο εγώ είμαι πεισματάρης και χωριάτης.
Μόνο εγώ διαφέρω απ’ τους άλλους,
γιατί τιμώ το να τρέφομαι απ’ τη μάνα.
μόνο τον Δρόμο ακολουθεί.
Ο Δρόμος, ως ον,
είναι μόνο θαμπός, μόνο αχνός.
Αχνός, θαμπός —
μέσα του υπάρχει εικόνα.
Θαμπός, αχνός —
μέσα του υπάρχει ον.
Βαθύς, σκοτεινός —
μέσα του υπάρχει ουσία.
Η ουσία του είναι απόλυτα αληθινή·
μέσα του υπάρχει πίστη.
Από σήμερα ώς τα αρχαία,
το όνομά του δεν φεύγει·
μ’ αυτό εξετάζει την αρχή των πάντων.
Πώς γνωρίζω το σχήμα της αρχής των πάντων;
Μ’ αυτό.
στραβώσου και θα ισιώσεις·
βαθούλωσε και θα γεμίσεις·
φθαρού και θ’ ανανεωθείς·
έχε λίγα και θα κερδίσεις·
έχε πολλά και θα μπερδευτείς.
Έτσι ο σοφός αγκαλιάζει το ένα
και γίνεται πρότυπο για τον κόσμο.
Δεν προβάλλει τον εαυτό του, γι’ αυτό λάμπει.
Δεν δικαιώνει τον εαυτό του, γι’ αυτό ξεχωρίζει.
Δεν παινεύει τον εαυτό του, γι’ αυτό έχει έργο.
Δεν εγκωμιάζει τον εαυτό του, γι’ αυτό διαρκεί.
Ακριβώς επειδή δεν φιλονικεί,
γι’ αυτό κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να φιλονικήσει μαζί του.
Ό,τι έλεγαν οι αρχαίοι — «λύγισε και θα σωθείς» —
πώς να ’ναι λόγια κενά;
Αληθινά ολόκληρος, γυρίζει σ’ αυτό.
Γι’ αυτό ο ορμητικός άνεμος δεν κρατά ένα πρωί,
η ξαφνική βροχή δεν κρατά μια μέρα.
Ποιος τα κάνει αυτά; Ο ουρανός και η γη.
Κι αν ο ουρανός και η γη δεν μπορούν να διαρκέσουν,
πόσο μάλλον ο άνθρωπος;
Γι’ αυτό, όποιος υπηρετεί τον Δρόμο
γίνεται ένα με τον Δρόμο·
όποιος έχει δύναμη γίνεται ένα με τη δύναμη·
όποιος χάνει γίνεται ένα με το χάσιμο.
Όποιον γίνεται ένα με τον Δρόμο,
κι ο Δρόμος χαίρεται να τον κερδίζει.
Όποιον γίνεται ένα με τη δύναμη,
κι η δύναμη χαίρεται να τον κερδίζει.
Όποιον γίνεται ένα με το χάσιμο,
κι το χάσιμο χαίρεται να τον κερδίζει.
Όταν η πίστη δεν επαρκεί,
υπάρχει απιστία.
Όποιος δρασκελίζει δεν βαδίζει.
Όποιος προβάλλει τον εαυτό του δεν λάμπει.
Όποιος δικαιώνει τον εαυτό του δεν ξεχωρίζει.
Όποιος παινεύει τον εαυτό του δεν έχει έργο.
Όποιος εγκωμιάζει τον εαυτό του δεν διαρκεί.
Ως προς τον Δρόμο, αυτά τα λένε
περισσευούμενο φαΐ και άχρηστο φόρτωμα.
Τα όντα ίσως τα απεχθάνονται·
γι’ αυτό όποιος έχει τον Δρόμο δεν κατοικεί εκεί.
γεννημένο πριν απ’ τον ουρανό και τη γη.
Σιωπηλό, απέραντο,
στέκεται μόνο και δεν αλλάζει,
κινείται παντού και δεν κινδυνεύει·
μπορεί να ’ναι η μάνα του κόσμου.
Δεν ξέρω το όνομά του·
το γράφω «Δρόμος»·
αν αναγκαστώ να το ονομάσω, το λέω «μεγάλο».
Το μεγάλο θα πει περνώ,
το περνώ θα πει απομακρύνομαι,
το απομακρύνομαι θα πει γυρίζω.
Γι’ αυτό ο Δρόμος είναι μεγάλος,
ο ουρανός μεγάλος, η γη μεγάλη,
κι ο βασιλιάς επίσης μεγάλος.
Μέσα στο σύμπαν υπάρχουν τέσσερα μεγάλα,
κι ο βασιλιάς κατέχει το ένα απ’ αυτά.
Ο άνθρωπος παίρνει νόμο απ’ τη γη,
η γη παίρνει νόμο απ’ τον ουρανό,
ο ουρανός παίρνει νόμο απ’ τον Δρόμο,
κι ο Δρόμος παίρνει νόμο απ’ το εξ εαυτού του.
η ησυχία ο άρχοντας της βιασύνης.
Έτσι ο σοφός βαδίζει όλη μέρα
χωρίς ν’ αφήνει τ’ αποσκευασμένο αμάξι.
Κι αν έχει λαμπρές θέες,
κάθεται ήσυχος, αποστασιοποιημένος.
Πώς γίνεται ο άρχοντας δέκα χιλιάδων αμαξιών
να θεωρεί, με το σώμα του, τον κόσμο ελαφρύ;
Η ελαφρότητα χάνει τη ρίζα,
η βιασύνη χάνει τον άρχοντα.
Ο καλός λόγος δεν αφήνει ψεγάδι ούτε ελάττωμα.
Ο καλός μετρητής δεν χρειάζεται λογαριασμό.
Το καλό κλείσιμο δεν έχει σύρτη κι όμως δεν ανοίγει.
Το καλό δέσιμο δεν έχει σκοινί κι όμως δεν λύνεται.
Έτσι ο σοφός πάντα σώζει καλά τους ανθρώπους,
γι’ αυτό δεν πετάει κανέναν άνθρωπο·
πάντα σώζει καλά τα όντα,
γι’ αυτό δεν πετάει κανένα ον.
Αυτό το λένε φωτισμό που κληρονομείται.
Γι’ αυτό ο καλός άνθρωπος
είναι ο δάσκαλος του μη καλού ανθρώπου·
ο μη καλός άνθρωπος
είναι το υλικό του καλού ανθρώπου.
Όποιος δεν τιμά τον δάσκαλό του,
όποιος δεν αγαπά το υλικό του,
όσο σοφός κι αν είναι, βαθιά πλανιέται.
Αυτό το λένε το ουσιώδες ανεπαίσθητο.
γίνε το ρεματάκι του κόσμου.
Ρεματάκι του κόσμου,
η σταθερή δύναμη δεν σε αφήνει,
και γυρίζεις πίσω στο βρέφος.
Γνώρισε το λευκό, κράτα το μαύρο,
γίνε πρότυπο για τον κόσμο.
Πρότυπο για τον κόσμο,
η σταθερή δύναμη δεν σφάλλει,
και γυρίζεις πίσω στο ανείπωτο.
Γνώρισε τη δόξα, κράτα την ντροπή,
γίνε η κοιλάδα του κόσμου.
Κοιλάδα του κόσμου,
η σταθερή δύναμη γίνεται πλήρης,
και γυρίζεις πίσω στο αλάξευτο ξύλο.
Το αλάξευτο ξύλο, όταν σκορπίζεται, γίνεται εργαλεία·
ο σοφός το χρησιμοποιεί και γίνεται άρχοντας των αξιωματούχων.
Γι’ αυτό η μεγάλη τάξη δεν κόβει.
βλέπω πως δεν θα το πετύχει.
Ο κόσμος είναι σκεύος ιερό·
δεν μπορείς να τον πράξεις.
Όποιος τον πράττει, τον καταστρέφει·
όποιος τον κρατά, τον χάνει.
Γι’ αυτό τα όντα άλλοτε προηγούνται, άλλοτε ακολουθούν·
άλλοτε ξεφυσούν ζεστά, άλλοτε φυσούν κρύα·
άλλοτε είναι δυνατά, άλλοτε αδύναμα·
άλλοτε ανεβαίνουν, άλλοτε γκρεμίζονται.
Έτσι ο σοφός αποφεύγει την υπερβολή,
αποφεύγει τη σπατάλη,
αποφεύγει το έξαλλο.
δεν εξαναγκάζει τον κόσμο με τα όπλα.
Τέτοιες υποθέσεις γυρίζουν εύκολα πίσω.
Εκεί που στρατοπεδεύει ο στρατός,
φυτρώνουν αγκάθια και τσουκνίδες.
Μετά από μεγάλο πόλεμο
έρχονται σίγουρα χρονιές δυστυχίας.
Ο καλός φέρνει σε πέρας το έργο, και σταματά·
δεν τολμά ν’ αρπάξει με τη βία.
Το φέρνει σε πέρας και δεν εγκωμιάζει τον εαυτό του·
το φέρνει σε πέρας και δεν παινεύεται·
το φέρνει σε πέρας και δεν αλαζονεύεται·
το φέρνει σε πέρας γιατί δεν γινόταν αλλιώς·
το φέρνει σε πέρας και δεν εξαναγκάζει.
Το ον, όταν γίνει ρωμαλέο, γερνά:
αυτό το λένε παρά τον Δρόμο,
και ό,τι είναι παρά τον Δρόμο σβήνει γρήγορα.
τα όντα ίσως τα απεχθάνονται,
γι’ αυτό όποιος έχει τον Δρόμο δεν κατοικεί μ’ αυτά.
Ο ευγενής, στην κατοικία του, τιμά τ’ αριστερά·
όταν πολεμά, τιμά τα δεξιά.
Τα όπλα είναι σκεύη κακότυχα,
δεν είναι σκεύη του ευγενή·
τα χρησιμοποιεί μόνο όταν δεν γίνεται αλλιώς,
και το ήρεμο, το ανεμπαθές, το βάζει πάνω απ’ όλα.
Νικά και δεν το βρίσκει ωραίο·
όποιος το βρίσκει ωραίο, αυτός χαίρεται να σκοτώνει ανθρώπους.
Κι όποιος χαίρεται να σκοτώνει ανθρώπους
δεν μπορεί να πραγματώσει τη θέλησή του μέσα στον κόσμο.
Στα ευτυχή γεγονότα τιμούν τ’ αριστερά,
στα κακότυχα τιμούν τα δεξιά.
Ο υπολοχαγός στέκεται αριστερά,
ο στρατηγός στέκεται δεξιά:
θα πει, τους τοποθετούν όπως σε τελετή πένθους.
Όταν σκοτώνεις πλήθη ανθρώπων,
θρήνησέ τους με θλίψη και δάκρυα·
όταν νικάς στη μάχη,
τοποθέτησέ τη σαν τελετή πένθους.
Το αλάξευτο ξύλο, όσο μικρό κι αν είναι,
κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να το υποτάξει.
Αν οι άρχοντες και οι βασιλιάδες μπορούσαν να το κρατήσουν,
τα μύρια όντα από μόνα τους θα υποτάσσονταν.
Ο ουρανός και η γη σμίγουν
κι αφήνουν να πέσει γλυκιά δροσιά·
ο λαός, χωρίς κανείς να τον προστάξει,
από μόνος του βρίσκει το ίσιο.
Μόλις αρχίσει η τάξη, υπάρχουν ονόματα·
κι αφού πια υπάρχουν ονόματα,
πρέπει κανείς να ξέρει και πού να σταματά.
Ξέρεις πού να σταματάς, και δεν κινδυνεύεις.
Ο Δρόμος μέσα στον κόσμο —
είναι σαν τα ρυάκια και τις χαράδρες προς τα ποτάμια και τη θάλασσα.
όποιος γνωρίζει τον εαυτό του είναι φωτισμένος.
Όποιος νικά τους άλλους έχει δύναμη·
όποιος νικά τον εαυτό του είναι ισχυρός.
Όποιος ξέρει να αρκείται είναι πλούσιος.
Όποιος πράττει με πείσμα έχει θέληση.
Όποιος δεν χάνει τη θέση του διαρκεί.
Όποιος πεθαίνει και δεν χάνεται είναι μακρόβιος.
μπορεί να πάει αριστερά και δεξιά.
Τα μύρια όντα στηρίζονται σ’ αυτόν για να ζήσουν,
κι εκείνος δεν τ’ αρνιέται·
το έργο τελειώνει, κι εκείνος δεν το ονομάζει δικό του.
Ντύνει και τρέφει τα μύρια όντα
και δεν γίνεται αφέντης τους:
πάντα χωρίς επιθυμία,
μπορεί να ονομαστεί μικρός.
Τα μύρια όντα γυρίζουν σ’ αυτόν
κι εκείνος δεν γίνεται αφέντης τους:
μπορεί να ονομαστεί μεγάλος.
Ακριβώς επειδή ώς το τέλος δεν θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο,
γι’ αυτό μπορεί να ολοκληρώσει το μεγαλείο του.
κι ο κόσμος έρχεται σ’ εσένα·
έρχεται και δεν βλάπτεται —
γαλήνη, ειρήνη, πληρότητα.
Η μουσική και τα εδέσματα
κάνουν τον περαστικό να σταθεί.
Μα ο Δρόμος, όταν βγαίνει απ’ το στόμα,
είναι άγευστος — δεν έχει γεύση.
Τον κοιτάς και δεν φτάνει να τον δεις·
τον ακούς και δεν φτάνει να τον ακούσεις·
τον χρησιμοποιείς και ποτέ δεν εξαντλείται.
Θέλεις να το αδυνατίσεις; Πρώτα δυνάμωσέ το.
Θέλεις να το καταργήσεις; Πρώτα ύψωσέ το.
Θέλεις να του το πάρεις; Πρώτα δώσ’ του το.
Αυτό το λένε ανεπαίσθητο φως.
Το απαλό και το αδύναμο νικούν το σκληρό και το δυνατό.
Το ψάρι δεν πρέπει να βγει απ’ τα βαθιά·
τα κοφτερά σκεύη του κράτους
δεν πρέπει να τα δείχνεις στους ανθρώπους.
κι όμως τίποτε δεν μένει άπρακτο.
Αν οι άρχοντες και οι βασιλιάδες μπορούσαν να τον κρατήσουν,
τα μύρια όντα από μόνα τους θα μεταμορφώνονταν.
Αν, καθώς μεταμορφώνονται, ξυπνούσε η επιθυμία,
θα τα καταλάγιαζα με το αλάξευτο ανώνυμο ξύλο.
Το αλάξευτο ανώνυμο ξύλο —
μαζί του κι η επιθυμία θα πάψει.
Χωρίς επιθυμία, μέσα στην ησυχία,
ο κόσμος από μόνος του θα βρει το ίσιο.
ο ουρανός πέτυχε το ένα και έγινε διαυγής·
η γη πέτυχε το ένα και έγινε γαλήνια·
τα πνεύματα πέτυχαν το ένα και έγιναν δραστικά·
οι κοιλάδες πέτυχαν το ένα και γέμισαν·
τα μύρια όντα πέτυχαν το ένα και γεννήθηκαν·
οι άρχοντες και οι βασιλιάδες πέτυχαν το ένα
κι έγιναν το ίσιο του κόσμου.
Ώς εκεί τα φτάνει το ένα.
Αν ο ουρανός δεν είχε με τι να μένει διαυγής, φοβούμαι θα ράγιζε·
αν η γη δεν είχε με τι να μένει γαλήνια, φοβούμαι θα σειόταν·
αν τα πνεύματα δεν είχαν με τι να μένουν δραστικά, φοβούμαι θα έπαυαν·
αν οι κοιλάδες δεν είχαν με τι να μένουν γεμάτες, φοβούμαι θα στέρευαν·
αν τα μύρια όντα δεν είχαν με τι να γεννιούνται, φοβούμαι θα αφανίζονταν·
αν οι άρχοντες και οι βασιλιάδες δεν είχαν με τι να μένουν ψηλά, φοβούμαι θα σωριάζονταν.
Γι’ αυτό το ευγενές έχει ρίζα το ταπεινό,
το ψηλό έχει θεμέλιο το χαμηλό.
Έτσι οι άρχοντες και οι βασιλιάδες αυτοαποκαλούνται
«ορφανός», «λιγοστός», «άκαρπος».
Δεν είναι αυτό να ’χεις ρίζα το ταπεινό; Δεν είναι;
Γι’ αυτό, μέτρα τα αμάξια, και δεν υπάρχει αμάξι.
Μη θέλεις να λάμπεις σαν το νεφρίτη·
μείνε τραχύς σαν την πέτρα.
Η αδυναμία είναι η χρήση του Δρόμου.
Τα μύρια όντα του κόσμου γεννιούνται απ’ το ον,
και το ον γεννιέται απ’ το μη-ον.
πράττει με ζήλο σύμφωνα μ’ αυτόν.
Ο μέτριος άνθρωπος, ακούγοντας τον Δρόμο,
πότε τον κρατά, πότε τον χάνει.
Ο κατώτερος άνθρωπος, ακούγοντας τον Δρόμο,
γελά δυνατά.
Αν δεν γελούσε, δεν θα άξιζε να ’ναι Δρόμος.
Γι’ αυτό υπάρχει ένας λόγος καθιερωμένος:
ο φωτεινός Δρόμος μοιάζει σκοτεινός·
ο Δρόμος που προχωρά μοιάζει να υποχωρεί·
ο ίσιος Δρόμος μοιάζει τραχύς·
η ανώτατη δύναμη μοιάζει κοιλάδα·
το μεγάλο λευκό μοιάζει λεκιασμένο·
η άπλετη δύναμη μοιάζει ανεπαρκής·
η στέρεη δύναμη μοιάζει κλεμμένη·
η γνήσια αλήθεια μοιάζει αλλοιωμένη·
το μεγάλο τετράγωνο δεν έχει γωνίες·
το μεγάλο σκεύος αργεί να ολοκληρωθεί·
ο μεγάλος ήχος έχει σπάνια φωνή·
η μεγάλη εικόνα δεν έχει μορφή·
ο Δρόμος είναι κρυμμένος, ανώνυμος.
Ακριβώς ο Δρόμος
δανείζει καλά και φέρνει σε πέρας.
το ένα γεννά τα δύο·
τα δύο γεννούν τα τρία·
τα τρία γεννούν τα μύρια όντα.
Τα μύρια όντα κουβαλούν το σκοτεινό στην πλάτη
κι αγκαλιάζουν το φωτεινό·
η ορμητική πνοή τα φέρνει σε αρμονία.
Ό,τι απεχθάνονται οι άνθρωποι
είναι το «ορφανός», το «λιγοστός», το «άκαρπος» —
κι όμως βασιλιάδες κι άρχοντες μ’ αυτά αποκαλούνται.
Γι’ αυτό τα όντα άλλοτε ζημιώνονται και ωφελούνται,
άλλοτε ωφελούνται και ζημιώνονται.
Ό,τι διδάσκουν οι άλλοι,
το διδάσκω κι εγώ:
«Ο βίαιος και ο τραχύς δεν πεθαίνει φυσικά.»
Αυτό θα το κάνω πατέρα της διδασκαλίας μου.
καλπάζει πάνω στο πιο σκληρό του κόσμου.
Το ανύπαρκτο μπαίνει στο αδιάστατο·
απ’ αυτό γνωρίζω την ωφέλεια της μη-δράσης.
Τη διδασκαλία που δεν μιλάει,
την ωφέλεια της μη-δράσης —
λίγοι στον κόσμο τις φτάνουν.
Το σώμα ή τα αγαθά — τι μετράει πιο πολύ;
Το κέρδος ή η απώλεια — τι πληγώνει πιο βαθιά;
Γι’ αυτό, η υπερβολική αγάπη φέρνει μεγάλη δαπάνη·
ο πολύς θησαυρός φέρνει βαριά απώλεια.
Όποιος ξέρει να αρκείται δεν ντροπιάζεται·
όποιος ξέρει πού να σταματά δεν κινδυνεύει·
έτσι μπορεί να διαρκέσει.
μα η χρήση της δεν φθείρεται.
Η μεγάλη πληρότητα μοιάζει άδεια,
μα η χρήση της δεν εξαντλείται.
Η μεγάλη ευθύτητα μοιάζει στραβή.
Η μεγάλη επιτηδειότητα μοιάζει αδέξια.
Η μεγάλη ευγλωττία μοιάζει τραύλισμα.
Η κίνηση νικά το κρύο,
η ησυχία νικά τη ζέστη.
Η γαλήνη και η ησυχία
είναι το ίσιο του κόσμου.
τ’ άλογα του πολέμου κοπρίζουν τα χωράφια.
Όταν ο κόσμος δεν έχει τον Δρόμο,
τα πολεμικά άλογα γεννούν στα προάστια.
Καμιά συμφορά δεν είναι μεγαλύτερη
απ’ το να μην ξέρεις να αρκείσαι.
Κανένα σφάλμα δεν είναι μεγαλύτερο
απ’ την επιθυμία να αποκτήσεις.
Γι’ αυτό η επάρκεια εκείνου που ξέρει να αρκείται
είναι σταθερή επάρκεια.
Χωρίς να κοιτάξεις απ’ το παράθυρο, βλέπεις τον Δρόμο του ουρανού.
Όσο πιο μακριά βγαίνεις,
τόσο λιγότερα γνωρίζεις.
Έτσι ο σοφός
γνωρίζει χωρίς να ταξιδεύει,
ονομάζει χωρίς να βλέπει,
φέρνει σε πέρας χωρίς να πράττει.
Όποιος ασκεί τον Δρόμο, κάθε μέρα αφαιρεί.
Αφαιρεί και πάλι αφαιρεί,
ώσπου να φτάσει στη μη-δράση.
Μη-δράση, κι όμως τίποτε δεν μένει άπρακτο.
Πάντα κερδίζεις τον κόσμο μέσω της απραγμοσύνης·
μόλις αρχίσεις να έχεις υποθέσεις,
δεν φτάνεις να κερδίσεις τον κόσμο.
κάνει καρδιά του την καρδιά των εκατό λαών.
Τον καλό, τον έχω για καλό·
τον μη καλό, κι αυτόν τον έχω για καλό:
έτσι κερδίζεται η καλοσύνη.
Τον πιστό, τον εμπιστεύομαι·
τον άπιστο, κι αυτόν τον εμπιστεύομαι:
έτσι κερδίζεται η πίστη.
Ο σοφός, μέσα στον κόσμο, μαζεύεται στον εαυτό του·
για χάρη του κόσμου, θολώνει την καρδιά του.
Οι εκατό λαοί στρέφουν πάνω του αυτιά και μάτια,
κι ο σοφός τους αντιμετωπίζει όλους σαν παιδιά του.
Οι σύντροφοι της ζωής, τρεις στους δέκα·
οι σύντροφοι του θανάτου, τρεις στους δέκα·
κι εκείνοι που, ενώ ζουν, κινούνται προς τον τόπο του θανάτου,
κι αυτοί τρεις στους δέκα.
Γιατί; Επειδή ζουν τη ζωή τους υπερβολικά.
Άκουσα πως όποιος ξέρει καλά να φυλάει τη ζωή του
βαδίζει στη στεριά χωρίς να συναντά ρινόκερο ή τίγρη,
μπαίνει στη μάχη χωρίς πανοπλία και όπλα.
Ο ρινόκερος δεν βρίσκει πού να χώσει το κέρατό του,
η τίγρη δεν βρίσκει πού να μπήξει τα νύχια της,
το όπλο δεν βρίσκει πού να χώσει τη λεπίδα του.
Γιατί; Επειδή δεν έχει τόπο θανάτου.
η δύναμη τα τρέφει,
τα όντα τους δίνουν μορφή,
οι περιστάσεις τα ολοκληρώνουν.
Γι’ αυτό, απ’ τα μύρια όντα κανένα
δεν παύει να τιμά τον Δρόμο και να εκτιμά τη δύναμη.
Η τιμή του Δρόμου, η εκτίμηση της δύναμης —
κανείς δεν τις προστάζει· είναι σταθερά το εξ εαυτού τους.
Γι’ αυτό ο Δρόμος τα γεννά, η δύναμη τα τρέφει·
τα μεγαλώνει, τα ανατρέφει,
τα σταθεροποιεί, τα ωριμάζει,
τα συντηρεί, τα σκεπάζει.
Γεννάει και δεν κατέχει,
πράττει και δεν στηρίζεται,
προάγει και δεν κυριαρχεί.
Αυτό το λένε σκοτεινή δύναμη.
που έγινε η μάνα του κόσμου.
Μόλις βρεις τη μάνα,
γνωρίζεις τα παιδιά της·
μόλις γνωρίσεις τα παιδιά,
γύρνα πίσω να κρατήσεις τη μάνα,
κι ώς το τέλος του σώματος δεν κινδυνεύεις.
Φράξε τα ανοίγματά σου,
κλείσε τις πύλες σου,
κι ώς το τέλος της ζωής σου δεν θα κοπιάσεις.
Άνοιξε τα ανοίγματά σου,
πλήθυνε τις υποθέσεις σου,
κι ώς το τέλος της ζωής σου δεν θα σωθείς.
Το να βλέπεις το μικρό, το λένε διαύγεια·
το να κρατάς το απαλό, το λένε δύναμη.
Χρησιμοποίησε το φως σου,
γύρνα πίσω στη διαύγειά σου,
μην αφήσεις πίσω σου καμιά συμφορά:
αυτό το λένε άσκηση της σταθερότητας.
για να βαδίζω στον μεγάλο Δρόμο,
θα φοβόμουν μόνο τα παρακλάδια.
Ο μεγάλος Δρόμος είναι ολόισος,
μα ο λαός αγαπά τα μονοπάτια.
Η αυλή είναι πεντακάθαρη,
τα χωράφια όμως θεριεμένα,
οι αποθήκες ολότελα άδειες·
φορούν κεντητά μεταξωτά,
ζώνονται κοφτερά σπαθιά,
χορταίνουν φαΐ και πιοτό,
πλούτη κι αγαθά περισσεύουν:
αυτό το λένε καύχημα του κλέφτη.
Δεν είναι Δρόμος αυτός!
Ό,τι είναι καλά αγκαλιασμένο δεν ξεφεύγει.
Έτσι γιοι κι εγγόνια δεν σταματούν τις θυσίες τους.
Καλλιέργησέ το στο σώμα σου, κι η δύναμή του γίνεται γνήσια.
Καλλιέργησέ το στην οικογένεια, κι η δύναμή του περισσεύει.
Καλλιέργησέ το στο χωριό, κι η δύναμή του διαρκεί.
Καλλιέργησέ το στο κράτος, κι η δύναμή του πλουταίνει.
Καλλιέργησέ το στον κόσμο, κι η δύναμή του απλώνεται παντού.
Γι’ αυτό, με το σώμα κοίτα το σώμα,
με την οικογένεια κοίτα την οικογένεια,
με το χωριό κοίτα το χωριό,
με το κράτος κοίτα το κράτος,
με τον κόσμο κοίτα τον κόσμο.
Πώς γνωρίζω πως ο κόσμος είναι έτσι;
Μ’ αυτό.
μοιάζει με νεογέννητο.
Σφήκες, σκορπιοί κι οχιές δεν το τσιμπούν,
άγρια θηρία δεν το αρπάζουν,
αρπαχτικά πουλιά δεν το χτυπούν.
Τα κόκαλά του απαλά, οι τένοντές του τρυφεροί,
κι όμως το πιάσιμό του σφιχτό.
Δεν γνωρίζει ακόμη το σμίξιμο αρσενικού και θηλυκού,
κι όμως ολόκληρο σηκώνεται:
τόσο έσχατη είναι η ουσία του.
Ουρλιάζει όλη μέρα κι όμως δεν βραχνιάζει:
τόσο έσχατη είναι η αρμονία του.
Το να γνωρίζεις την αρμονία, το λένε σταθερότητα·
το να γνωρίζεις τη σταθερότητα, το λένε διαύγεια.
Το να ξεπερνάς τη ζωή, το λένε κακό οιωνό.
Το να ορίζει η καρδιά την πνοή, το λένε βία.
Το ον, όταν γίνει ρωμαλέο, γερνά:
αυτό το λένε παρά τον Δρόμο,
και ό,τι είναι παρά τον Δρόμο σβήνει γρήγορα.
όποιος μιλάει δεν γνωρίζει.
Φράξε τα ανοίγματά σου,
κλείσε τις πύλες σου,
στόμωσε την αιχμή σου,
λύσε το μπέρδεμά σου,
άμβλυνε τη λάμψη σου,
γίνε ένα με τη σκόνη σου:
αυτό το λένε σκοτεινή ενότητα.
Γι’ αυτό δεν μπορείς να τον πλησιάσεις,
ούτε να τον απομακρύνεις·
δεν μπορείς να τον ωφελήσεις,
ούτε να τον βλάψεις·
δεν μπορείς να τον τιμήσεις,
ούτε να τον ταπεινώσεις.
Γι’ αυτό είναι το πιο πολύτιμο του κόσμου.
με το απρόσμενο χρησιμοποιείς τα όπλα,
με την απραγμοσύνη κερδίζεις τον κόσμο.
Πώς γνωρίζω πως είναι έτσι; Μ’ αυτό.
Όσο πιο πολλές απαγορεύσεις έχει ο κόσμος,
τόσο πιο φτωχός γίνεται ο λαός.
Όσο πιο πολλά κοφτερά σκεύη έχει ο λαός,
τόσο πιο πολύ σκοτεινιάζει το κράτος.
Όσο πιο επιδέξιοι γίνονται οι άνθρωποι,
τόσο πληθαίνουν τα παράξενα πράγματα.
Όσο πιο πολύ λάμπουν οι νόμοι και τα διατάγματα,
τόσο πληθαίνουν οι κλέφτες και οι ληστές.
Γι’ αυτό ο σοφός λέει:
«Εγώ πράττω τη μη-δράση, κι ο λαός από μόνος του μεταμορφώνεται.
Εγώ αγαπώ την ησυχία, κι ο λαός από μόνος του βρίσκει το ίσιο.
Εγώ δεν έχω υποθέσεις, κι ο λαός από μόνος του πλουταίνει.
Εγώ δεν έχω επιθυμία, κι ο λαός από μόνος του γίνεται αλάξευτο ξύλο.»
ο λαός είναι απλός και ακέραιος.
Όταν η διακυβέρνηση είναι διαπεραστική,
ο λαός είναι ελλιπής και κατακερματισμένος.
Η συμφορά — να πού ακουμπά η ευτυχία!
Η ευτυχία — να πού παραμονεύει η συμφορά!
Ποιος γνωρίζει το τέλος τους;
Δεν υπάρχει τίποτε ίσιο.
Το ίσιο ξαναγίνεται απρόσμενο,
το καλό ξαναγίνεται τερατώδες.
Η πλάνη του ανθρώπου
κρατά αλήθεια πολύ καιρό.
Έτσι ο σοφός είναι τετράγωνος μα δεν κόβει,
κοφτερός μα δεν τραυματίζει,
ίσιος μα δεν αυθαδιάζει,
λαμπερός μα δεν θαμπώνει.
τίποτε δεν συγκρίνεται με τη φειδώ.
Ακριβώς η φειδώ, τη λένε έγκαιρη υποταγή·
την έγκαιρη υποταγή τη λένε αδιάκοπη συσσώρευση δύναμης.
Όποιος συσσωρεύει αδιάκοπα δύναμη,
τίποτε δεν του αντιστέκεται·
όταν τίποτε δεν του αντιστέκεται,
κανείς δεν γνωρίζει το όριό του·
όταν κανείς δεν γνωρίζει το όριό του,
μπορεί να κατέχει το κράτος.
Όποιος κατέχει τη μάνα του κράτους
μπορεί να διαρκέσει:
αυτό το λένε βαθιά ρίζα, στέρεο θεμέλιο,
Δρόμος μακράς ζωής και διαρκούς θέασης.
όπως τηγανίζεις μικρά ψάρια.
Όταν με τον Δρόμο κυβερνάς τον κόσμο,
τα φαντάσματα χάνουν τη δύναμή τους·
όχι πως χάνουν τη δύναμή τους,
μα η δύναμή τους δεν βλάπτει τους ανθρώπους·
όχι μόνο η δύναμή τους δεν βλάπτει τους ανθρώπους,
μα κι ο σοφός δεν βλάπτει τους ανθρώπους.
Κι αφού και τα δύο δεν βλάπτουν,
η δύναμη γυρίζει, σμίγοντας, σ’ αυτούς.
το σμίξιμο του κόσμου,
το θηλυκό του κόσμου.
Το θηλυκό πάντα νικά το αρσενικό με την ησυχία·
με την ησυχία στέκεται χαμηλά.
Γι’ αυτό, αν το μεγάλο κράτος χαμηλώσει μπρος στο μικρό,
κερδίζει το μικρό κράτος·
αν το μικρό κράτος χαμηλώσει μπρος στο μεγάλο,
κερδίζει το μεγάλο κράτος.
Άλλο χαμηλώνει και κερδίζει,
άλλο, όντας χαμηλά, κερδίζεται.
Το μεγάλο κράτος δεν θέλει παρά να μαζέψει και να θρέψει ανθρώπους·
το μικρό κράτος δεν θέλει παρά να μπει και να υπηρετήσει.
Κι αφού και τα δύο βρίσκουν αυτό που θέλουν,
στο μεγάλο ταιριάζει να στέκεται χαμηλά.
ο θησαυρός του καλού ανθρώπου,
το καταφύγιο του μη καλού.
Τα ωραία λόγια μπορούν να αγοραστούν στην αγορά·
οι τιμημένες πράξεις μπορούν να ανυψώσουν έναν άνθρωπο.
Κι ο μη καλός άνθρωπος —
γιατί να τον πετάξεις;
Γι’ αυτό, όταν στέφεται ο αυτοκράτορας
κι εγκαθίστανται οι τρεις ύπατοι,
κι ας προσφέρεις νεφρίτη διπλωμένο σε χέρια
μπροστά από τέσσερα άλογα,
δεν είναι σαν να προσφέρεις, καθισμένος, αυτόν τον Δρόμο.
Γιατί οι αρχαίοι εκτιμούσαν αυτόν τον Δρόμο;
Δεν έλεγαν: «Ζήτα και θα βρεις,
αμάρτησε και θα σου συγχωρεθεί»;
Γι’ αυτό είναι το πιο πολύτιμο του κόσμου.
ασχολήσου με την απραγμοσύνη,
γεύσου το άγευστο.
Το μεγάλο ή μικρό, το πολύ ή λίγο —
ανταπόδωσε την έχθρα με δύναμη.
Σχεδίασε το δύσκολο όσο είναι ακόμη εύκολο·
κάνε το μεγάλο όσο είναι ακόμη μικρό.
Οι δύσκολες υποθέσεις του κόσμου
σίγουρα αρχίζουν απ’ το εύκολο·
οι μεγάλες υποθέσεις του κόσμου
σίγουρα αρχίζουν απ’ το μικρό.
Έτσι ο σοφός ώς το τέλος δεν κάνει το μεγάλο,
γι’ αυτό μπορεί να ολοκληρώσει το μεγαλείο του.
Οι εύκολες υποσχέσεις σίγουρα εμπνέουν λίγη πίστη·
τα πολλά εύκολα σίγουρα φέρνουν πολλές δυσκολίες.
Έτσι ο σοφός θεωρεί ακόμη και το εύκολο δύσκολο,
γι’ αυτό ώς το τέλος δεν έχει δυσκολίες.
Ό,τι δεν έχει ακόμη σημάδι σχεδιάζεται εύκολα.
Ό,τι είναι εύθραυστο σπάει εύκολα.
Ό,τι είναι μικρό σκορπίζεται εύκολα.
Πράξε το πριν ακόμη υπάρξει·
τακτοποίησέ το πριν ταραχτεί.
Το δέντρο που αγκαλιάζεις με τα δυο σου χέρια
γεννιέται απ’ το πιο λεπτό φύτρο.
Ο πύργος των εννιά ορόφων
υψώνεται από ένα σωρό χώμα.
Το ταξίδι των χιλίων λι
αρχίζει κάτω απ’ το πόδι σου.
Όποιος πράττει, το καταστρέφει·
όποιος κρατά, το χάνει.
Έτσι ο σοφός δεν πράττει, γι’ αυτό δεν καταστρέφει·
δεν κρατά, γι’ αυτό δεν χάνει.
Ο λαός, στις υποθέσεις του,
πάντα τις χαλάει κοντά στο τέλος.
Πρόσεχε το τέλος όπως την αρχή,
και δεν θα χαλάς καμιά υπόθεση.
Έτσι ο σοφός επιθυμεί το να μην επιθυμεί,
δεν εκτιμά τα δυσεύρετα αγαθά·
μαθαίνει το να μη μαθαίνει,
γυρίζει σ’ εκείνο που οι πολλοί προσπερνούν.
Έτσι στηρίζει το εξ εαυτού του των μύριων όντων
και δεν τολμά να πράξει.
δεν φώτιζαν τον λαό,
μα τον κρατούσαν απλό.
Ο λαός είναι δύσκολο να κυβερνηθεί
επειδή έχει πολλή γνώση.
Γι’ αυτό, όποιος κυβερνά το κράτος με τη γνώση
είναι ο ληστής του κράτους·
όποιος κυβερνά το κράτος χωρίς τη γνώση
είναι η ευλογία του κράτους.
Το να γνωρίζεις αυτά τα δύο είναι κι ένα πρότυπο·
το να γνωρίζεις πάντα το πρότυπο,
αυτό το λένε σκοτεινή δύναμη.
Η σκοτεινή δύναμη είναι βαθιά, είναι απόμακρη,
γυρίζει μαζί με τα όντα προς την αντίθετη μεριά,
κι ύστερα φτάνει στη μεγάλη ομαλότητα.
των εκατό χαραδρών
επειδή ξέρουν καλά να στέκονται χαμηλότερά τους·
γι’ αυτό μπορούν να ’ναι βασιλιάδες των εκατό χαραδρών.
Έτσι, όποιος θέλει να σταθεί πάνω απ’ τον λαό
πρέπει, με τα λόγια, να σταθεί χαμηλότερά του·
όποιος θέλει να προηγηθεί του λαού
πρέπει, με το σώμα του, να σταθεί πίσω του.
Έτσι ο σοφός στέκεται ψηλά κι ο λαός δεν τον νιώθει βάρος·
στέκεται μπροστά κι ο λαός δεν παθαίνει κακό.
Έτσι όλος ο κόσμος χαίρεται να τον προωθεί
και ποτέ δεν κουράζεται μαζί του.
Ακριβώς επειδή δεν φιλονικεί,
γι’ αυτό κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να φιλονικήσει μαζί του.
τόσο μεγάλος που δεν μοιάζει με τίποτα.
Ακριβώς επειδή είναι μεγάλος,
γι’ αυτό δεν μοιάζει με τίποτα.
Αν έμοιαζε, θα είχε από καιρό γίνει ασήμαντος!
Έχω τρεις θησαυρούς,
που τους κρατώ και τους φυλάω:
ο πρώτος είναι η στοργή,
ο δεύτερος η φειδώ,
ο τρίτος το να μην τολμώ να προηγηθώ του κόσμου.
Στοργικός, μπορώ να ’μαι θαρραλέος·
φειδωλός, μπορώ να ’μαι απλόχερος·
μη τολμώντας να προηγηθώ του κόσμου,
μπορώ να γίνω άρχοντας των σκευών.
Μα τώρα ν’ αφήσεις τη στοργή και να ’σαι θαρραλέος,
ν’ αφήσεις τη φειδώ και να ’σαι απλόχερος,
ν’ αφήσεις το πίσω και να προηγηθείς —
θάνατος!
Η στοργή, στη μάχη, φέρνει τη νίκη·
στην άμυνα, φέρνει τη στερεότητα.
Όποιον ο ουρανός θέλει να σώσει,
τον περιφρουρεί με τη στοργή.
Ο καλός στη μάχη δεν οργίζεται.
Ο καλός στο να νικά τον εχθρό δεν συμπλέκεται μαζί του.
Ο καλός στο να χρησιμοποιεί ανθρώπους στέκεται χαμηλότερά τους.
Αυτό το λένε δύναμη που δεν φιλονικεί.
Αυτό το λένε ικανότητα να χρησιμοποιείς ανθρώπους.
Αυτό το λένε ζευγάρωμα με τον ουρανό,
την έσχατη αρχή των αρχαίων.
«Δεν τολμώ να κάνω τον οικοδεσπότη, μα κάνω τον καλεσμένο·
δεν τολμώ να προχωρήσω μια σπιθαμή, μα υποχωρώ ένα πόδι.»
Αυτό το λένε προελαύνω χωρίς προέλαση,
ανασηκώνω μπράτσο χωρίς μπράτσο,
αντικρούω χωρίς αντίπαλο,
κρατώ χωρίς όπλο.
Καμιά συμφορά δεν είναι μεγαλύτερη
απ’ το να υποτιμάς τον εχθρό·
όποιος υποτιμά τον εχθρό, παρά λίγο να χάσει τους θησαυρούς μου.
Γι’ αυτό, όταν δυο στρατοί εξίσου δυνατοί συγκρούονται,
νικά εκείνος που θρηνεί.
πολύ εύκολο να τα πράξεις.
Μα κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να τα γνωρίσει,
κανείς δεν μπορεί να τα πράξει.
Τα λόγια έχουν πρόγονο,
οι υποθέσεις έχουν άρχοντα.
Ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουν αυτά,
γι’ αυτό δεν με γνωρίζουν.
Όσοι με γνωρίζουν είναι σπάνιοι·
όσοι με μιμούνται είναι πολύτιμοι.
Έτσι ο σοφός φορά χοντρό ρούχο
κι αγκαλιάζει στο στήθος του τον νεφρίτη.
Να μη γνωρίζεις και να νομίζεις πως γνωρίζεις — αυτό είναι αρρώστια.
Ακριβώς επειδή θεωρεί την αρρώστια αρρώστια,
γι’ αυτό δεν αρρωσταίνει.
Ο σοφός δεν αρρωσταίνει
επειδή θεωρεί την αρρώστια αρρώστια·
γι’ αυτό δεν αρρωσταίνει.
τότε φτάνει η μεγάλη εξουσία.
Μη στενεύεις τον τόπο που κατοικεί,
μη σιχαίνεσαι τη ζωή που ζει.
Ακριβώς επειδή δεν τον σιχαίνεσαι,
γι’ αυτό κι εκείνος δεν σε σιχαίνεται.
Έτσι ο σοφός γνωρίζει τον εαυτό του
μα δεν τον προβάλλει·
αγαπά τον εαυτό του
μα δεν τον τιμά υπερβολικά.
Γι’ αυτό αφήνει το ένα και παίρνει το άλλο.
Το θάρρος στην αποχή φέρνει τη ζωή.
Απ’ τα δυο αυτά, το ένα ωφελεί, το άλλο βλάπτει.
Ό,τι απεχθάνεται ο ουρανός —
ποιος γνωρίζει την αιτία;
Γι’ αυτό ακόμη κι ο σοφός το θεωρεί δύσκολο.
Ο Δρόμος του ουρανού
νικά καλά χωρίς να φιλονικεί,
απαντά καλά χωρίς να μιλά,
έρχεται από μόνος του χωρίς να τον καλέσεις,
και, αργός καθώς είναι, σχεδιάζει καλά.
Το δίχτυ του ουρανού είναι απέραντο:
αραιό, κι όμως τίποτε δεν του ξεφεύγει.
πώς να τον τρομάξεις με τον θάνατο;
Κι αν έκανες τον λαό πάντα να φοβάται τον θάνατο,
κι εγώ μπορούσα ν’ αρπάξω και να σκοτώσω
όποιον κάνει το παράξενο —
ποιος θα τολμούσε;
Πάντα υπάρχει ο άρχοντας του θανάτου που σκοτώνει.
Το να σκοτώνεις στη θέση του άρχοντα του θανάτου,
αυτό το λένε να πελεκάς στη θέση του μεγάλου ξυλουργού.
Κι όποιος πελεκά στη θέση του μεγάλου ξυλουργού
σπάνια δεν πληγώνει το χέρι του.
επειδή οι από πάνω του τρώνε πολλούς φόρους·
γι’ αυτό πεινά.
Ο λαός είναι δύσκολο να κυβερνηθεί
επειδή οι από πάνω του πράττουν·
γι’ αυτό είναι δύσκολο να κυβερνηθεί.
Ο λαός περιφρονεί τον θάνατο
επειδή οι από πάνω του ζητούν πλούσια τη ζωή·
γι’ αυτό περιφρονεί τον θάνατο.
Ακριβώς όποιος δεν πράττει για χάρη της ζωής
είναι σοφότερος απ’ όποιον τιμά τη ζωή.
όταν πεθαίνει, σκληρός και δυνατός.
Τα μύρια όντα, τα χόρτα και τα δέντρα,
όταν γεννιούνται είναι απαλά κι εύθραυστα·
όταν πεθαίνουν, ξερά κι άκαμπτα.
Γι’ αυτό το σκληρό και το δυνατό
είναι σύντροφοι του θανάτου·
το απαλό και το αδύναμο
είναι σύντροφοι της ζωής.
Έτσι, ο δυνατός στρατός δεν νικά,
το δυνατό δέντρο τσακίζεται.
Το δυνατό και το μεγάλο στέκονται χαμηλά,
το απαλό και το αδύναμο στέκονται ψηλά.
δεν μοιάζει με το τέντωμα του τόξου;
Ό,τι είναι ψηλά, το χαμηλώνει·
ό,τι είναι χαμηλά, το ανεβάζει·
ό,τι περισσεύει, το αφαιρεί·
ό,τι λείπει, το συμπληρώνει.
Ο Δρόμος του ουρανού
αφαιρεί απ’ το περίσσευμα και συμπληρώνει το έλλειμμα.
Ο δρόμος του ανθρώπου όμως δεν είναι έτσι:
αφαιρεί απ’ το έλλειμμα για να δώσει στο περίσσευμα.
Ποιος μπορεί να έχει περίσσευμα
και να το δώσει στον κόσμο;
Μόνο εκείνος που έχει τον Δρόμο.
Έτσι ο σοφός πράττει και δεν στηρίζεται,
το έργο τελειώνει κι εκείνος δεν μένει σ’ αυτό·
δεν θέλει να δείξει την αξία του.
κι όμως, στο να χτυπά το σκληρό και το δυνατό,
τίποτε δεν μπορεί να το ξεπεράσει·
τίποτε δεν μπορεί να πάρει τη θέση του.
Το αδύναμο νικά το δυνατό,
το απαλό νικά το σκληρό:
κανείς στον κόσμο δεν το αγνοεί,
κι όμως κανείς δεν μπορεί να το πράξει.
Γι’ αυτό ο σοφός λέει:
«Όποιος δέχεται τη βρωμιά του κράτους,
αυτόν τον λένε αφέντη των βωμών·
όποιος δέχεται τη δυστυχία του κράτους,
αυτός είναι ο βασιλιάς του κόσμου.»
Τα ίσια λόγια μοιάζουν αντεστραμμένα.
σίγουρα μένει κι έχθρα από πίσω·
πώς να ’ναι αυτό καλό;
Έτσι ο σοφός κρατά το αριστερό μισό του συμβολαίου
και δεν απαιτεί απ’ τους ανθρώπους.
Όποιος έχει δύναμη φροντίζει το συμβόλαιο·
όποιος δεν έχει δύναμη φροντίζει τη φορολογία.
Ο Δρόμος του ουρανού δεν έχει προτίμηση·
πάντα είναι με τον καλό άνθρωπο.
Κάνε ώστε, κι αν έχουν σκεύη για δέκα ή εκατό,
να μην τα χρησιμοποιούν.
Κάνε τον λαό να τιμά τον θάνατο
και να μη μετοικεί μακριά.
Κι αν έχουν βάρκες κι αμάξια,
να μην έχουν πού να τα καβαλήσουν·
κι αν έχουν πανοπλίες κι όπλα,
να μην έχουν πού να τα παρατάξουν.
Κάνε τον λαό να ξαναδέσει κόμπους σε σκοινιά και να τους χρησιμοποιεί.
Γλυκό να ’ναι το φαΐ τους,
ωραίο το ρούχο τους,
ήσυχη η κατοικία τους,
χαρούμενα τα έθιμά τους.
Τα γειτονικά κράτη ν’ αντικρίζονται,
να ακούγονται μεταξύ τους πετεινοί και σκύλοι,
κι ο λαός να φτάνει ώς τα γεράματα και τον θάνατο
χωρίς να πηγαίνει ο ένας στον άλλον.
τα ωραία λόγια δεν είναι πιστά.
Ο καλός δεν λογομαχεί·
όποιος λογομαχεί δεν είναι καλός.
Όποιος γνωρίζει δεν είναι πολυμαθής·
ο πολυμαθής δεν γνωρίζει.
Ο σοφός δεν συσσωρεύει:
όσο περισσότερο πράττει για τους άλλους,
τόσο περισσότερα έχει ο ίδιος·
όσο περισσότερο δίνει στους άλλους,
τόσο περισσότερα πληθαίνουν τα δικά του.
Ο Δρόμος του ουρανού ωφελεί και δεν βλάπτει·
ο Δρόμος του σοφού πράττει και δεν φιλονικεί.